Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Η καταπολέμηση της ανεργίας και η κοινωνική αλληλεγγύη

Ανδρέας Ν. Λύτρας

Μια εναλλακτική πρόταση:
Συμφιλίωση της Κατοχής του Αποθέματος
με την Απασχόληση και
με τη Νέα Δραστηριοποίηση στις Περιφέρειες
[Πρόγραμμα Σ.Κ.Απ.Α.Νέα (ς) Δρα.Π.]


1 Το πρόγραμμα για την ενίσχυση της απασχόλησης

Το Πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ανεργίας [Σ.Κ.Απ.Α.Νέα (ς) Δρα.Π.] είναι ένα ευέλικτο, πολύ ευρύ και εύκολο, στην εφαρμογή του, πρόγραμμα για την ενίσχυση της απασχόλησης και, ισοδυνάμως, την καταπολέμηση της ανεργίας.


Το πρόγραμμα δημιουργεί:

-Αύξηση της απασχόλησης.
-Ενεργή και άμεση πρόσβαση στην εργασία για τους ανέργους και τα άτομα με μακρά και αθέλητη αποχή από την εργασία.
-Ενίσχυση της εργασιακής αυτοπεποίθησης και της οικονομικής αισιοδοξίας των σημερινών ανέργων και μη εργαζομένων.
-Απρόσκοπτη ιδιωτική χρηματοδότηση, με αντισταθμιστικές κρατικές επιχορηγήσεις ή και κοινοτικές συγχρηματοδοτήσεις. Οι κρατικές συνεισφορές σε ένα μεγάλο βαθμό επιστρέφουν, μέσω των φόρων και των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία.
-Επιχειρηματικά κέρδη, χωρίς άμεσες δεσμεύσεις προς εργαζομένους και εμφανείς διακινδυνεύσεις.
-Αξιοποίηση της διαθέσιμης εργασίας από τις κοινωνικές οργανώσεις και τους συνεταιρισμούς, με προοπτική τη συνεισφορά τη σταθερή υποστήριξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Η μικρή επιβάρυνση της κοινωνικής οικονομίας, με το εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας, διασφαλίζει την απρόσκοπτη ενίσχυση των δραστηριοτήτων της, σε διαρκείς ή ακόμη και σε ασυνεχείς πρωτοβουλίες, χωρίς μόνιμες δεσμεύσεις προς τους αυτόνομους εργαζόμενους.
-Αύξηση των καταθέσεων προς τις εμπορικές τράπεζες για την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος και προφανείς ωφέλειες των τραπεζών από τις αυξανόμενες συναλλαγές.
-Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στο τοπικό πλαίσιο των περιφερειών και τη διάθεση στην αγορά μιας ευρύτατης σειράς υπηρεσιών σε ενδιαφέρουσες τιμές.
-Αύξηση του τοπικού πλούτου και του εθνικού ΑΕΠ, λόγω της άμεσης αύξησης του κύκλου των συναλλαγών. Αναλόγως με τον υπολογισμό του πολλαπλασιαστή η αύξηση αυτή μπορεί να καταστεί θεαματική.
-Αύξηση των φόρων από τις πραγματοποιηθείσες δράσεις.
-Αύξηση των εισφορών προς το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
-Ενίσχυση της πολυδιάστατης κοινωνικής αλληλεγγύης, χωρίς να απαιτείται η παράκαμψη των κανόνων λειτουργίας της αγοράς.
-Δυνατότητες για την ανάπτυξη της αυτονομίας στην εργασία και την αποδέσμευση της επαγγελματικής εξέλιξης του πολίτη από τη διαθεσιμότητα ή τις διαθέσεις των κατόχων του αποθέματος να συστήνουν και να λειτουργούν προσωπικά επιχειρήσεις.
-Απεριόριστη δυνατότητα επαναληπτικότητας, ανάλογα με τις ανάγκες, τις διαθέσιμες ομάδες των ανέργων, των μη-εργαζομένων ή και των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία στο μέλλον.
-Τεράστια ευελιξία στη συνεργασία ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα κεφάλαια και την ενεργή εργασία. Υπάρχει πλήρης συμβατότητα με τις σύγχρονες μορφές της οργάνωσης της εργασίας.


2 Η προσέγγιση του Προγράμματος
2.1 Από την περίοδο της εκρηκτικής ανεργίας στην εποχή της αυτόνομης εργασίας

Η διεύρυνση του δείκτη της ανεργίας στα γνωστά ποσοστά, τα οποία είναι θεόρατα και πρωτοφανή για τη σύγχρονη κοινωνική και εργασιακή εξέλιξη, κάνει και δυσανάγνωστη τη διαφυγή από την παρούσα κατάσταση.
            Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση της οικονομίας από κρατικούς πόρους, οι οποίοι θα είναι ανάλογοι της έκτασης του ζητήματος. Επιπρόσθετα είναι αμφίβολο ότι οι γνωστές και τετριμμένες μέθοδοι για τον περιορισμό του προβλήματος της υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού και της ανεργίας είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουν σε εύλογο και ανθρωπίνως ανεκτό χρόνο την έξαρση του φαινομένου.
            Το οικονομικό κλίμα επιφορτίζεται από τη δεδομένη δημοσιονομική κατάσταση και τροφοδοτεί με απαισιοδοξία τους κατόχους του αποθέματος, αλλά και οποιονδήποτε θα επιθυμούσε να επιχειρήσει οικονομικώς. Η μακρά επενδυτική άπνοια, με τα παρακολουθήματά της, όπως η βαριά φορολογία, η πτώση της κατανάλωσης και η τραπεζική αδυναμία για δανειοδοτήσεις (όλα αυτά αποτρέπουν την ενεργοποίηση), επιτείνουν τη δυσοίωνη οικονομική κατάσταση και εγγυώνται τη μακρόχρονη τιμωρία των ικανών για εργασία, σαν αυτή η αποχή τους από την απασχόληση να αποτελεί έναν αναγκαίο εξαγνισμό. Οι πρόσθετες οικονομικές δυσκολίες (έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων και η έλλειψη φυσικής νομισματικής μάζας, δηλαδή η ουσιαστική αχρηματία) επιβαρύνουν τις συνθήκες της ενεργούς επιχειρηματικότητας και δημιουργούν εκ νέου ανασχέσεις στην απασχόληση του εργατικού δυναμικού.
Η μακρά διατήρηση σε κατάσταση ανεργίας μιας μεγάλης μάζας τέως απασχολουμένων δημιουργεί νέα ζητήματα, σε σχέση με τις θεσμικές δυνατότητες διατήρησης των ωφελημάτων υπέρ των ανέργων, ενώ ταυτόχρονα τίθεται ένα πρόβλημα με την επάρκεια των οικονομικών πόρων και τη συνέχεια των σχετικών χρηματοδοτήσεων. Η μακρά αποχή από την εργασία συντείνει στην ανάπτυξη πρόσθετης οικονομικής απαισιοδοξίας, μεταξύ των ανέργων, και συγχρόνως ένα αίσθημα ματαίωσης, σχετικά με τις προσωπικές τους ικανότητες και την κοινωνική τους χρησιμότητα.
Η δημιουργία μιας εναλλακτικής λύσης εκτός των γνωστών και κοινών πρακτικών είναι μια οφειλή. Η εναλλακτική επιλογή, θα μπορούσε να αποδεσμευτεί σχετικά από τις χρηματοδοτικές δυνατότητες της πολιτείας. Χρειάζεται, παράλληλα, να προσπαθήσει ο φορέας της ενεργοποίησης να κινήσει τα διαθέσιμα κεφάλαια, στη βάση της αποδοτικότητας τους, δηλαδή σύμφωνα με την κερδοφορία τους. Αυτό προϋποθέτει, πριν την αναγκαία διαδικασία της απασχόλησης των ανέργων, να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους οι υπάρχουσες επιχειρήσεις ή να δημιουργηθούν νέες επιχειρήσεις, οι οποίες θα σχηματίσουν θέσεις απασχόλησης.
Η ανάγκη για κερδοφορία, ωστόσο, έχει να αντιμετωπίσει την οικονομική απαισιοδοξία και τη δεδηλωμένη αποστασιοποίηση των κατόχων του αποθέματος από τις επιχειρηματικές διακινδυνεύσεις. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο η προσδοκία για την κερδοφορία να συνοδεύεται με την ενδεχόμενη απουσία της άμεσης επιχειρηματικής δραστηριότητας και της εργοδοτικής δέσμευσης. Το πλαίσιο αυτό προσιδιάζει, μάλλον, προς την απόδοση των διαθέσιμων ή αφανών κεφαλαίων, με επενδύσεις σε εγγυημένης απόδοσης αξιόγραφα. Κάτι τέτοιο, όμως και επί της παρούσας στιγμής, είναι, σύμφωνα με τα εσκαμμένα, αδιόρατο.  Η δημιουργία μιας ανάλογης απόδοσης, από τις εγνωσμένες παρεμβάσεις είτε  ιδιωτικές είτε δημόσιες, μοιάζει ερεβώδης. 
Η εναλλακτική λύση, λοιπόν, οφείλει να κινητοποιεί το εργατικό δυναμικό, χωρίς τη δεδηλωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, την παρεπόμενη παρέμβαση της επιχειρηματικότητας στην απασχόληση μισθωτών και δίχως το κράτος να αποτελεί έναν υπαλλακτικό εργοδότη (έστω με τη μέθοδο του εργοδότη της τελευταίας καταφυγής). Κάτι τέτοιο σημαίνει την «αυτοτελή» εργασιακή ενεργοποίηση του ανέργου και την εμφάνισή του ως «ανεξάρτητου εργαζομένου».
Σε εκείνη την περίπτωση, όμως, απαιτούνται κεφάλαια για την αμοιβή του και οπωσδήποτε ένας επαρκής συντονισμός των ανεξάρτητων εργαζομένων νέου τύπου προκειμένου να επικοινωνήσουν επαρκώς οι προσφερόμενες υπηρεσίες, με τη ζήτηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό πλήρως στο τοπικό επίπεδο, με τις ανάλογες θεσμικές παρεμβάσεις. Η πρωτοβουλία της τοπικής αυτοδιοίκησης θα μπορούσε σίγουρα να δημιουργήσει τους όρους ενεργοποίησης του εργατικού δυναμικού, την επικοινωνία των διαθέσιμων κεφαλαίων με τους άνεργους και το συντονισμό των «νέου τύπου εργαζομένων» με την αγορά, όπως και για την ενίσχυση της ενεργούς ζήτησης.   


2.2 Η συμπύκνωση της εναλλακτικής πρότασης για την απασχόληση

Οι εργαζόμενοι νέου τύπου από την χορεία των ανέργων, με τη μεσολάβηση ενός κουπονιού το οποίο λειτουργεί ως αξιόγραφο, αμείβονται εν μέρει από το κεφάλαιο, το οποίο έχει συγκεντρωθεί σε συνεργαζόμενες τράπεζες, με την πρωτοβουλία της τοπικής αυτοδιοίκησης, και εν μέρει από τον καταναλωτή των υπηρεσιών, σε ένα πλέγμα επαναληπτικών δράσεων με διαφορετικά μείγματα πληρωμής (η διαδικασία περιγράφεται αναλυτικά στα σχετικά διαγράμματα). Οι εργαζόμενοι νέου τύπου προσφέρουν αμειβόμενες υπηρεσίες είτε ειδικευμένες είτε ανειδίκευτες με αποκλειστική αμοιβή τα περιλαμβανόμενα στο προκείμενο αξιόγραφο (το οποίο περιλαμβάνει το φόρο και την εισφορά στο ασφαλιστικό σύστημα).
Οι τράπεζες δηλώνουν τη διαθεσιμότητα τους (μετά από ανοικτές προσκλήσεις ενδιαφέροντος) να διαμορφώσουν κοινούς προθεσμιακούς λογαριασμούς, στους οποίους θα συγκεντρωθούν τα αναγκαία κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του προγράμματος για την καταπολέμηση της ανεργίας. Παράλληλα, τα πιστωτικά ιδρύματα εξυπηρετούν τη διαδικασία, με την αναγκαία λογιστική υποστήριξη, την έκδοση των αξιόγραφων, αλλά και όλων των συναφών με το πρόγραμμα τραπεζικών προϊόντων.
Οι κάτοχοι του αποθέματος (μετά από προσκλήσεις ενδιαφέροντος της τοπικής αυτοδιοίκησης και την επιλογή τους από τα θεσμικά όργανα) καταθέτουν τα κεφάλαια τους σε συγκεκριμένους προθεσμιακούς λογαριασμούς των επιλεγμένων τραπεζών. Η απόδοση των κεφαλαίων, προκύπτει αφενός από το επιτόκιο της προθεσμιακής κατάθεσης και αφετέρου από το προσδιορισμένο μέρισμα στην αύξηση του αποθέματος, η οποία προσδοκάται να δημιουργηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος [Σ.Κ.Απ.Α.Νέα(ς)]. Καμιά επιχειρηματική και εργοδοτική εμπλοκή των κατόχων του αποθέματος δεν προβλέπεται, πέρα από την περιγραφείσα.
Το κράτος ρυθμίζει τη διαδικασία με τους απαραίτητους θεσμούς. Επιπρόσθετα, ο κρατικός προϋπολογισμός, μαζί με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχετικές πιστώσεις αναπληρώνει, κατά μήνα, το μέρος των κατατεθειμένων κεφαλαίων, τα οποία χρησιμοποιούνται για την έκδοση των προαναφερθέντων αξιόγραφων. Στο τέλος της διαδικασίας οι δημόσιες δαπάνες είναι ίσες με τα κατατεθειμένα κεφάλαια. Η δημόσια χρηματοδότηση του συγκεκριμένου προγράμματος για την καταπολέμηση της ανεργίας αντανακλά σε κάθε περίπτωση τη διαθεσιμότητα των πόρων και είναι επικουρική. Οι καταβληθείσες δημόσιες δαπάνες προβλέπεται να επιστρέψουν στα δημόσια ταμεία, στο μείζον μέρος τους, με τη μορφή του φόρου εισοδήματος και των εισφορών προς το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Ο επικουρικός χαρακτήρας των δημόσιων δαπανών, επομένως, είναι μια διευκόλυνση για την ενεργοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων στην προοπτική της καταπολέμηση της ανεργίας και της ενίσχυσης της απασχόλησης.
Οι πολίτες-καταναλωτές είναι στην πραγματικότητα οι βασικοί χρηματοδότες του προγράμματος. Οι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν ελεύθερα και με βάση τις πραγματικές τους ανάγκες τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Το πραγματικό τίμημα, το οποίο καλούνται να καταβάλουν είναι πολύ χαμηλό (η προτεινόμενη συνεισφορά είναι δέκα ευρώ). Το χαμηλό τίμημα κινητοποιεί την αγορά των υπηρεσιών, αλλά ταυτόχρονα και τη συχνή επανάληψη των συναλλαγών, στο πλαίσιο της χρονικής διάρκειας του προγράμματος. Η πρόσκληση των καταναλωτών να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους στους άνεργους δεν προσδιορίζεται από τη φιλανθρωπία, αλλά από το κίνητρο να καλύψουν τις ανάγκες τους, με βάση τις καταναλωτικές τους συνήθειες.   
Το πρόγραμμα για την ενίσχυση της απασχόλησης έχει ισχυρή περιφερειακή διάσταση. Ο ρόλος των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ιδιαιτέρως σημαντικός. Η τοπική αυτοδιοίκηση παρεμβαίνει στην επιλογή των ανέργων, σε συνεργασία με τα τοπικά ή περιφερειακά γραφεία  της Υπηρεσίας Εργασίας (στην Ελλάδα του ΟΑΕΔ). Οι επιλεγμένοι άνεργοι τροφοδοτούνται με αξιόγραφα, από τις συνεργαζόμενες τράπεζες, με ευθύνη της αυτοδιοίκησης.
Η τοπική αυτοδιοίκηση προσδιορίζει και κοινοποιεί το πρόγραμμα στους πολίτες, ενώ γνωστοποιεί το ανώτατο τίμημα, όπως και το ύψος της συνεισφοράς στους καταναλωτές των υπηρεσιών. Η συνεισφορά αυτή είναι το απαραίτητο στοιχείο για να πληρωθεί το σύνολο της αμοιβής (εισφορά του κατατεθειμένου κεφαλαίου και η πληρωμή του καταναλωτή), η οποία αναγράφεται ως αξία του αξιόγραφου (μαζί με την αξία των ασφαλιστικών εισφορών και των φόρων).
Η διαδικασία συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι την τελευταία μηνιαία πράξη και στη συνέχεια πραγματοποιείται ατομική αξιολόγηση. Η διάθεση των κουπονιών των επόμενων μηνιαίων πράξεων αφορά σε μια διαδικασία σταδίων. Η διαδικασία συνεχίζεται αμετάβλητη μέχρι την ολοκλήρωση του δέκατου μήνα του προγράμματος. Στον ενδέκατο μήνα συνεχίζουν να λειτουργούν ως συμμετέχοντες στο πρόγραμμα μόνον εκείνοι οι ωφελούμενοι οι οποίοι είχαν τη μικρότερη πρόσβαση στις συναλλαγές (μικρότερο σύνολο συναλλαγών και μη χρησιμοποίηση όλων των αξιόγραφων/κουπονιών). Το δωδέκατο μήνα του προγράμματος πραγματοποιείται ο απολογισμός.
Από τον απολογισμό προκύπτει αφενός το ποσό των τόκων, το οποίο θα αποκομίσουν οι κάτοχοι του κατατεθειμένου κεφαλαίου, και αφετέρου τα μερίσματα που θα κατανεμηθούν τόσο στους ίδιους τους ωφελούμενους όσο και στους κατόχους του αποθέματος.

3. Οι διαδικασίες, οι συντελεστές και οι ωφελούμενοι του Προγράμματος

Α) Η αρχική χρηματοδότηση του προγράμματος

Οι κάτοχοι του αποθέματος επιλέγονται, μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, από τους αρμόδιους φορείς για την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στους σχετικούς και απαραίτητους θεσμούς. Οι κάτοχοι του αποθέματος καταθέτουν για δώδεκα μήνες το κεφάλαιο τους σε προθεσμιακό λογαριασμό της επιλεγμένης εμπορικής τράπεζας. Είναι οι αρχικοί χρηματοδότες του προγράμματος. Για αυτή τη χρηματοδότηση δικαιούνται του συμφωνημένου ειδικού επιτοκίου, σύμφωνα με το οποίο εισπράττουν το αντίστοιχο ποσό από τις τράπεζες στο τέλος της συμφωνημένης (συμβατικά) περιόδου, και του συμφωνημένου μερίσματος από την απόδοση της διαδικασίας του προγράμματος κατά τους δέκα μήνες.


Β) Οι ωφελούμενοι

Οι ωφελούμενοι προέρχονται από τους επίσημους καταλόγους των ανέργων. τροφοδοτούνται στην αρχή του πρώτου μήνα με αξιόγραφα, που εκδίδονται από τις τράπεζες, με ευθύνη του αρμόδιου φορέα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το προτεινόμενο συνολικό ποσό κάθε αξιόγραφου είναι είτε τα 20 ευρώ είτε τα 10 ευρώ στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι μη προβλεπόμενη η συμμετοχή του κατατεθειμένου κεφαλαίου. Στα αξιόγραφα των 20 ευρώ, τα δέκα ευρώ είναι η συνεισφορά του κατατεθειμένου κεφαλαίου και δέκα ευρώ η συνεισφορά του αγοραστή των υπηρεσιών. Στα αξιόγραφα των 10 ευρώ, το σύνολο του ποσού είναι συνεισφορά των πολιτών/καταναλωτών. Το μεικτό συνολικό ποσό εμπεριέχει την ασφαλιστική εισφορά (π.χ. ίση με 10%, μετά από σχετική ρύθμιση) και το ποσό του φόρου (με μοναδικό συντελεστή, π.χ. ίσο με 20%, μετά από θεσμική πρόβλεψη). Στην περίπτωση των αξιόγραφων των 10 ευρώ το αξιόγραφο υπό-περιλαμβάνει και αυτό δύο επιπλέον στοιχεία: την ασφαλιστική εισφορά και τον φόρο.
            Η τοπική αυτοδιοίκηση και η Υπηρεσία Εργασίας (στην Ελλάδα, ο ΟΑΕΔ) ενημερώνουν τους ωφελούμενους για τις δυνατότητες που υπάρχουν στην τοπική οικονομία στις σχετικές αιτούμενες υπηρεσίες. Η τοπική αυτοδιοίκηση ανακοινώνει δημόσια στους πολίτες της περιοχής τον κατάλογο των ωφελούμενων από το Πρόγραμμα, τα δεδηλωμένα επαγγελματικά τους ενδιαφέροντα, τη διαδικασία αγοράς και τη προσωπική τους συνεισφορά στην αγορά υπηρεσιών (δηλαδή τα 10 ευρώ). Η τοπική αυτοδιοίκηση και οι συνεργαζόμενοι φορείς (επομένως και ο ΟΑΕΔ) παρακολουθούν συνεχώς την πορεία του Προγράμματος, συμβουλεύουν, παρακολουθούν και ανακατευθύνουν τους συμμετέχοντες, ενώ σε τακτική βάση ενημερώνουν τους τοπικούς καταναλωτές των υπηρεσιών.  
            Οι ωφελούμενοι από τη στιγμή που είναι πλέον εργαζόμενοι ομοιάζουν απολύτως με τους αυτοαπασχολούμενους, με ορισμένες προσαρμογές. Δεν απαιτείται, δηλαδή, να ανοίξουν βιβλία και στοιχεία συναλλαγών. Απαιτείται, όμως, να έχουν Αριθμό Φορολογικού Μητρώου και εγγραφή στο ΙΚΑ, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και αριθμό τηλεφώνου. Η ασφάλιση τους θα γίνεται στο ΙΚΑ (σύμφωνα με την πληρωμή των αξιόγραφων). Το σύνολο της αξίας κάθε συναλλαγής (είτε 20 ευρώ είτε 10 ευρώ) υπολογίζεται αυτομάτως για την κράτηση της ασφαλιστικής εισφοράς και του φόρου.
            Κάθε αξιόγραφο αφορά σε κάθε ημέρα εργασίας αποκλειστικά. Είναι, ως εκ τούτου, ακέραιο και αδιαίρετο. Ο ωφελούμενος επιτελεί την υπηρεσία του, χρησιμοποιώντας το αξιόγραφο ακέραιο, ανεξάρτητα από τις ώρες χρησιμοποίησης της εργασίας του. Επομένως διαφορετικού χαρακτήρα και απαιτούμενης ειδίκευσης υπηρεσίες μπορεί να αντιπροσωπεύουν είτε μια ακέραια υπηρεσία, ανεξάρτητα από τη χρονική της διάρκεια, είτε μια ώρα εργασίας είτε μια εργάσιμη ημέρα. Ο προσδιορισμός της διάρκειας της παρεχόμενης υπηρεσίας προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη συμφωνία των συναλλασσομένων,
          
Γ) Η τοπική αυτοδιοίκηση

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ο αρμόδιος και επισπεύδων φορέας για την πραγματοποίηση και τον απολογισμό του Προγράμματος. Μετά από την κατάλληλη θεσμική παρέμβαση, η τοπική αυτοδιοίκηση ασκεί συντονιστικό και εποπτικό ρόλο. Οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, μετά από σχετικές προσκλήσεις ενδιαφέροντος, επιλέγουν και συμβάλλονται συμβατικά, με τις συνεργαζόμενες εμπορικές τράπεζες, για την ένταξη των χρηματοδοτών στη δωδεκάμηνη προθεσμιακή κατάθεση και τη χρηματοδότηση του προγράμματος.
Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι αρμόδιος φορέας για την επιλογή των ανέργων στο τοπικό πλαίσιο. Σε συνεργασία με την Υπηρεσία Εργασίας (στην Ελλάδα με τον ΟΑΕΔ) προσδιορίζει τον αρχικό κατάλογο ένταξης στο Πρόγραμμα μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων.
            Αναλαμβάνει, σε συνεργασία με τις συμβαλλόμενες τράπεζες την έκδοση και τη διανομή των αξιόγραφων και έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της διαδικασίας πραγματοποίησης των συναλλαγών. Ελέγχει τη διαδικασία πραγματοποίησης των οικονομικών συναλλαγών και έχει την ευθύνη του απολογισμού της διαχείρισης και αξιολόγησης των οικονομικών πράξεων.
            Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει την ευθύνη να εκτιμά τη σχέση προσφοράς και ζήτησης στην τοπική αγορά και παρεμβαίνει με ενημερώσεις για τις συναλλαγές. Λαμβάνει υπόψη τις προσφερόμενες ειδικότητες και τις επαγγελματικές ικανότητες των ωφελουμένων. Εντοπίζει, με τις κατάλληλες έρευνες αγοράς, ζητούμενες υπηρεσίες, οι οποίες είτε βρίσκονται σε σπανιότητα είτε εμφανίζονται σε υψηλές τιμές (τόσο ώστε να αποτρέπεται η αγορά τους) στην τοπική αγορά. Αναρτά σε εμφανή σημεία και στο διαδίκτυο τους καταλόγους των ωφελουμένων και τις προσφερόμενες υπηρεσίες (και την τιμή την οποία καλείται να πληρώσει ο πολίτης/καταναλωτής). Επιχειρεί να συγκεντρώσει τις διαθέσεις αγοράς και τις σχετικές αιτούμενες υπηρεσίες από τους πολίτες/καταναλωτές και κοινοποιεί τα σχετικά δεδομένα προς τους ωφελούμενους του προγράμματος (στο διαδίκτυο και τις υπηρεσίες του).  
            Οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης ενημερώνουν τους επενδυτές για την εξέλιξη του προγράμματος σε μηνιαία βάση. Μετά τον απολογισμό ενημερώνουν τους επενδυτές για τον απολογισμό στο τέλος της διάρκειας του προγράμματος και τις αποδόσεις, μαζί με τις σχετικές κατανομές τους. Συνεργάζονται με την Υπηρεσία Εργασίας (στην Ελλάδα τον ΟΑΕΔ), τροφοδοτώντας με στοιχεία ενημέρωσης, ενώ προβαίνουν στις αναγκαίες τροποποιήσεις. Για παράδειγμα αιτούνται (στην Ελλάδα από τον ΟΑΕΔ) τη διενέργεια ερευνών και ελέγχων για την εξέλιξη των φυσικών αντικειμένων (on going evaluation), την επαγγελματική επάρκεια των ωφελουμένων, ενώ σε περιπτώσεις απαράδεκτης αδράνειας των ωφελουμένων ή σε περίπτωση εμφάνισης φαινομένων υπέρβασης των εσκαμμένων αξιώνουν την ενδιάμεση (on going) τροποποίηση του καταλόγου των ωφελουμένων.
            Οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης παρακολουθούν, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, την παρακράτηση των φόρων και των εισφορών και μεριμνά για την απόδοση τους, εγκαίρως. Μεριμνούν, μαζί με τις συνεργαζόμενες εμπορικές τράπεζες, για την ολοκλήρωση τις διαδικασίας. Υπολογίζουν, κατανέμουν και ελέγχουν την πληρωμή της αναλογίας των αποδόσεων, στους παράγοντες του Προγράμματος. Πληροφορούνται επίσημα για την πληρωμή των τόκων στους καταθέτες/επενδυτές και μεριμνούν για την ομαλή λύση της σχέσης. 
            Η τοπική αυτοδιοίκηση μελετά, σε συνεργασία με Πανεπιστήμια, σε συνεχή βάση την πρόοδο του Προγράμματος και επιδιώκει να επιφέρει ποιοτικές βελτιώσεις και αλλαγές, οι οποίες συντείνουν στον τελεσφόρο χαρακτήρα του. Εκφράζει, με αυτόν τον τρόπο, τη συνεισφορά της δημοκρατικά οργανωμένης τοπικής κοινωνίας στην πιο ευαίσθητη διάσταση της οικονομικής ζωής, την ανεργία, και προσφέρει διαφανείς ωφέλειες σε όλους τους παράγοντες της οικονομικής ζωής, δηλαδή τους κατόχους του αποθέματος, τους φιλόπονους φορείς της εργασίας, την κοινωνική οικονομία και τους πολίτες καταναλωτές.

Δ) Οι τράπεζες

Οι τράπεζες λειτουργούν ως οι κρίσιμοι θεσμοί χρηματοδότησης και διαχείρισης των κεφαλαίων, των καταθέσεων, των αμοιβών, των φόρων, των ασφαλιστικών εισφορών,  των αποδόσεων και των πληρωμών στο πλαίσιο του Προγράμματος. Δημιουργούν και διαχειρίζονται κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς για τους χρηματοδότες του Προγράμματος, παρέχοντας ειδικό επιτόκιο για τους κατόχους του αποθέματος, στο τέλος των δώδεκα μηνών.
            Οι τράπεζες ανοίγουν ατομικούς λογαριασμούς για όλους τους ωφελούμενους και διαχειρίζονται το σύνολο των εσόδων κατά τη διάρκεια του Προγράμματος. Πραγματοποιούν τις πληρωμές, στα συμφωνημένα χρονικά διαστήματα. Επιμελούνται για την παρακράτηση και την απόδοση των αναλογούντων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Λαμβάνουν ενεργές μέρος στον απολογισμό του Προγράμματος. Δημιουργούν τις τεχνικές προϋποθέσεις όλων των χρηματοοικονομικών εργαλείων και τραπεζικών προϊόντων, τα οποία είναι απαραίτητα για εύρυθμη εξέλιξη και την ολοκλήρωση του Προγράμματος.
Οι τράπεζες διαχειρίζονται όλες τις οικονομικές πράξεις του Προγράμματος σε συνεργασία με τον αρμόδιο και επισπεύδοντα φορέα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι τράπεζες επωφελούνται από την κατατεθειμένη ρευστότητα της νομισματικής μάζας και από την αύξηση του κύκλου συναλλαγών, ο οποίος διακινείται από τους μηχανισμούς και τα ταμεία τους.


Ε) Η Υπηρεσία Απασχόλησης (στην Ελλάδα ο ΟΑΕΔ)

Η υπηρεσία απασχόλησης ή εργασίας διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στο Πρόγραμμα και διά συγκεκριμένων δράσεων επιτελεί το βασικό του σκοπό: την ταχεία επάνοδο των ανέργων στην απασχόληση. Συνεργάζεται με τον αρμόδιο και επισπεύδοντα φορέα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Παρέχει και τροποποιεί τον κατάλογο των ωφελούμενων ανέργων, μαζί με τα ουσιαστικά και τα επαγγελματικά προσόντα τους. Διερευνά και αξιολογεί τις δράσεις, τους εμπλεκόμενους φορείς, τους ωφελούμενους, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα του Προγράμματος, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του. Εντοπίζει προβλήματα, προτείνει λύσεις και δημιουργεί το τεχνικό υπόστρωμα για τις μελλοντικές βελτιώσεις. Δημιουργεί δίκτυα με ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και πιστοποιημένους φορείς επαγγελματικής εκπαίδευσης για τη διεξοδική μελέτη της εξέλιξης και την ανατροφοδότηση με νέες ιδέες, καινοτομίες και επιπλέον επιλογές ή ακόμη και πρόσθετα συνοδευτικά μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης.


Στ) Οι φορείς της κοινωνικής ασφάλισης και οι δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες

Οι φορείς της κοινωνικής ασφάλισης και οι δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες επωφελούνται αμέσως από την αύξηση των ασφαλίστρων και των φόρων που είναι αναπόσπαστο μέρος των εσόδων από την πραγματοποίηση του Προγράμματος. Τα ασφαλιστικά ταμεία υποχρεούνται από την πρώτη μέρα εφαρμογής του Προγράμματος να παρέχουν την αναγκαία ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή υποστήριξη στους ωφελούμενους.


Ζ) Οι φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Η προτεινόμενη μέθοδος για την καταπολέμηση της ανεργίας μπορεί κάλλιστα να αξιοποιηθεί από τους φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο τοπικό πλαίσιο. Η τροφοδότηση της κοινωνικής οικονομίας με άφθονες δυνάμεις της έμβιας εργασίας είναι δυνατόν να συμβάλ(λ)ει στην εύστοχη, αποδοτική και μακροπρόθεσμη ανάληψη πρωτοβουλιών, για κάθε διάσταση της κοινωνικής και αλληλέγγυας δράσης τους.
            Οι φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δύνανται να ενισχύονται από τους ωφελούμενους του προτεινόμενου προγράμματος, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους τους και τις ροές των εφαρμοζόμενων πράξεων. Η συνεργασία με τους ωφελούμενους αυτόνομους εργαζόμενους πραγματοποιείται, ακριβώς, με την ίδια διαδικασία συναλλαγής, η οποία αφορά στους πολίτες καταναλωτές.
            Οι απαραίτητες υπηρεσίες είτε ως ιδιότητες της ειδικευμένης είτε ως στοιχεία της ανειδίκευτης εργασίας γίνονται αντικείμενο προμήθειας μέσα από τις ελεύθερες συναλλακτικές σχέσεις. Οι συνεργασίες διακανονίζονται αποκλειστικώς με τη χρήση των σχετικών αξιόγραφων, σε όποια έκταση και για όση διάρκεια χρειάζονται οι κοινωνικές οργανώσεις.
            Είναι προφανές ότι ως καταναλωτές οι κοινωνικές οργανώσεις καταβάλλουν ιδιαιτέρως χαμηλό τίμημα για κάθε εργάσιμη ημέρα ή για κάθε αναγκαία υπηρεσία, η οποία διατίθεται από τους ωφελούμενους/αυτόνομους εργαζόμενους (το ημερήσιο κόστος για τους καταναλωτές είναι 10 ευρώ την ημέρα στην προτεινόμενη σύνθεση). Το χαμηλό κόστος της προμήθειας των απαραίτητων υπηρεσιών μπορεί να συνεισφέρει στην ευρεία αξιοποίηση του διαθέσιμου δυναμικού και στο πολλαπλασιασμό των εύστοχων ενεργειών της κοινωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, ο συντονισμός και οι συνέργεια του κοινωνικού τομέα με την τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να εκβάλλει σε αυτοματισμούς και συνέργειες απόδοσης, ιδίως, των αλληλέγγυων δράσεων. Η δική τους ενεργοποίηση, ταυτόχρονα, συνεισφέρει, διά των κοινωνικών οργανώσεων, στη δραστική και μαζική αντιμετώπιση της ανεργίας, δηλαδή της πιο σημαντικής διάστασης του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι πρώην άνεργοι συνεργούν, ταυτόχρονα,  ως ωφελούμενοι και αυτόνομοι εργαζόμενοι στην τελεσφόρο αντιμετώπιση της φτώχειας, της κοινωνικής φροντίδας και των λοιπών όψεων του κοινωνικού αποκλεισμού.
            Οι κοινωνικές οργανώσεις κάνουν, με αυτές τις απόψεις, πολύ αποτελεσματική την απορρόφηση των οικονομικών κραδασμών της ανεργίας και μετατρέπουν την αξιοποίηση των διαθέσιμων ανθρώπινων δυνάμεων σε μοχλό για τον περιορισμό των κοινωνικών προβλημάτων, ενώ στην ίδια κατεύθυνση προωθούν την πολιτιστική ανάπτυξη, η οποία αποδίδει οικονομικά. Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, με αυτή την προοπτική, υποδεικνύει ότι η επένδυση στο «κοινωνικό» και «ανθρώπινο κεφάλαιο» είναι δυναμικό στοιχείο της εμπορευματικής οικονομίας, χωρίς να προβληματίζεται από τη σημασία και αντίθετα παρεμβαίνοντας στη λειτουργία της ανταλλακτικής αξίας.
            
Η) Οι καταναλωτές

Οι καταναλωτές των προσφερόμενων υπηρεσιών ανήκουν στην ουσία στους χρηματοδότες του προγράμματος. Οι πολίτες/καταναλωτές επωφελούνται από αυτή τη διαδικασία, καθώς είτε απολαύουν πλήθος υπηρεσιών, οι οποίες είχαν συνήθως υψηλές τιμές, σε ενδιαφέρουσες τιμές είτε, λόγω των χαμηλότερων τιμών, καταφέρνουν να λάβουν υπηρεσίες που φορτιζόταν από τον χαρακτήρα της σπανιότητας ή ακόμη και της πολυτέλειας.
            Οι πολίτες ενημερώνονται από τον τοπικό φορέα της τοπικής αυτοδιοίκησης για τις προσφερόμενες υπηρεσίες, την τιμή της συνεισφοράς τους και τις διαδικασίες της συναλλαγής. Αγοράζουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες, με μεγάλη ευελιξία και ανάλογα με τις ανάγκες τους ή τις διαθέσεις τους.
            Οι υπηρεσίες που μπορούν να αγοράσουν είναι δυνατόν να διακρίνονται από μεγάλες εκπαιδευτικές απαιτήσεις,  υψηλή ειδίκευση και εξαιρετικές τεχνικές γνώσεις. Για παράδειγμα μπορούν να αφορούν σε εκπαιδευτικές υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες δασκάλου ή καθηγητή (φιλόλογου, μαθηματικού, φυσικού, ξένων γλωσσών, πληροφορικής, μουσικής, τεχνικών μαθημάτων κλπ), σε υπηρεσίες νοσηλευτικής υποστήριξης ή και θεραπείας. Είναι δυνατόν να σχετίζονται με καλλιτεχνική δραστηριότητα (όπως τη διοργάνωση κατ’ οίκον εορτών, με συμμετοχή ωφελουμένων μουσικών σε πολύ χαμηλές τιμές-10 ευρώ κατά ωφελούμενο την ημέρα-, τη συνεισφορά στη διακόσμηση της κατοικίας ή την αρχιτεκτονική του κήπου κ.ά.). Είναι προφανές ότι οι κοινές, ανειδίκευτες ή ειδικευμένες υπηρεσίες είναι δυνατόν να καλυφθούν από αυτή τη μέθοδο απασχόλησης. Η φύλαξη των παιδιών, η επιμέλεια των ηλικιωμένων, η καθαριότητα του σπιτιού, η πραγματοποίηση των καθημερινών οικιακών εργασιών (πλύσιμο των ρούχων, σιδέρωμα, μαγείρεμα κ.ά.), ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Βαρύτερες εργασίες συντήρησης και επισκευής σε οικιακή κλίμακα, κάλλιστα εξυπηρετούνται από αυτή τη μέθοδο της συναλλαγής. Η κηπουρική, οι περιορισμένης κλίμακας οικοδομικές εργασίες και οι εργασίες επισκευής είναι πάντοτε απαραίτητες. Οι περιορισμένης κλίμακας δραστηριότητες γραμματειακής υποστήριξης κατ’ οίκον, όπως η δακτυλογράφηση, η μετάφραση, η επιμέλεια κειμένων κ.ά., δίνουν σε ασυνεχή, αλλά τακτική βάση διέξοδο σε άμεσες προσωπικές ανάγκες. Οι πιο επιτηδευμένες εργασίες πληροφορικής έχουν πάντα κάποια βάση για χρήσιμες εφαρμογές.
            Οι πολίτες/καταναλωτές θα μπορούσαν να είναι επαγγελματίες, ασκούντες δραστηριότητα κάθε είδους και να χρησιμοποιούν τους ωφελούμενους του Προγράμματος. Το Πρόγραμμα είναι ένα πρόγραμμα καταπολέμησης της ανεργίας. Η προσφορά εργασίας είναι οπωσδήποτε καλοδεχούμενη. Αυτή η προσφορά, ωστόσο, είναι απαράδεκτο να συνοδεύεται από λύση της σχέσης με κάποιο ήδη μισθωτό συνεργάτη του επαγγελματία, προκειμένου ο τελευταίος να συνεργαστεί με τον ωφελούμενο του Προγράμματος!

            Η αγορά υπηρεσιών από το Πρόγραμμα [Σ.Κ.Απ.Α.Νέα (ς) Δρα.Π.] αποτελεί σαφώς για τους καταναλωτές μια πράξη κοινωνικής και κοινοτικής αλληλεγγύης. Η διάθεση της αλληλεγγύης, όμως, συνεργεί με τις συναλλακτικές σχέσεις, χωρίς αξιώνει την πλήρη αλλαγή της οικονομικής συμπεριφοράς και την παράκαμψη της σχέσης κόστους-οφέλους. Αυτό σημαίνει ότι ανταποκρίνεται απολύτως στην συνεισφορά του καταναλωτή, με τρόπο που ταυτόχρονα συντείνει στην κάλυψη των προσωπικών αναγκών και την αξιοποίηση των διαθέσιμων εισοδημάτων του. Ο αγωγός της εκδήλωσης της κοινωνικής και κοινοτικής αλληλεγγύης, μέσα από τις ίδιες τις συναλλακτικές σχέσεις, μεταβάλλει την κοινωνική αλληλεγγύη σε οικονομικά τελεσφόρο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου