Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Εισήγηση Βασίλη Τακτικού στην ημερίδα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών για την κοινωνική οικονομία- επιχειρηματικότητα


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ  ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ



Θα προσεγγίσουμε κατ΄ αρχήν την κοινωνική οικονομία ως ένα παγκόσμιο πραγματιστικό φαινόμενο που αναγνωρίζεται από τους διεθνείς οργανισμούς  και την Ε.Ε. ενώ στην Ελλάδα υπάρχει  ένα θολό  και με μικρή αναγνωρισιμότητα.
Θα εξετάσουμε ποια είναι τα δεδομένα της  Ελληνικής πραγματικότητας  στην κοινωνική οικονομία ;
Θα εξηγήσουμε πως προκαλείται η σύγχυση του όρου σε σχέση με τις πολιτικές που εφαρμόζονται;
Θα αναδείξομε πως οι νέες τεχνολογίες μετατοπίζουν τις μορφές οργάνωσης της εργασίας και καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.
Ποιοι είναι οι τομείς εφαρμογής;
Ποιο είναι το υποκείμενο της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας και γιατί είναι αναγκαίος όρος το κοινωνικό κεφάλαιο.

 Σε όλο τον κόσμο οι πιο ανθεκτικές και βιώσιμες οικονομίες, τα τελευταία χρόνια που βρισκόμαστε σε περιόδους κρίσης είναι εκείνες που έχουν αναπτύξει ένα σημαντικό κομμάτι στο τομέα  της κοινωνικής οικονομίας. Αντικειμενικά πρόκειται για μια αναγκαία συνθήκη που τις θωρακίζει έναντι στην ανεργία και την φτώχεια. ¨όλα τα στοιχεία που έχουμε μας δείχνουν ότι στις ανεπτυγμένες χώρες της δύσης, αλλά και γρήγορα αναπτυσσόμενες χώρες Κίνα και Ινδία το 10%-12% του ΑΕΠ δημιουργείται από τις κοινωνικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς. Πάνω από 1 δισ. άνθρωποι είναι μέλη συνεταιρισμών. Οι συνεταιρισμοί έχουν δημιουργήσει πάνω από 100 εκατ. θέσεις εργασίας (20% περισσότερες από τις πολυεθνικές εταιρείες) και υποστηρίζουν πάνω από 270 εκατ. θέσεις εργασίας (κυρίως μεμονωμένων παραγωγών). Στην Ευρώπη, πάνω από 160 εκατ. πολίτες είναι μέλη σε 2 εκατομμύρια συνεργατικά εγχειρήματα Κ.ΑΛ.Ο. (το 10% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων), που δίνουν εργασία σε περισσότερα από 15,5 εκατ. άτομα. Υπολογίζεται ότι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο συμμετέχουν εργασιακά η ως μέτοχοι σε συνεταιρισμούς και ο ρυθμός αυτός είναι αυξανόμενος. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα μεγέθη της κοινωνικής οικονομίας είναι λιγότερο από 2%. Κι αυτό είναι ένα έλλειμμα που κοστίζει πολύ στην αντιμετώπιση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Από τους διεθνείς οργανισμούς αναγνωρίζεται ότι, η κοινωνική οικονομία είναι ένας από τους βασικός πυλώνες μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων – και καταπολέμησης της ανεργίας και φτώχειας  για τον 21ο αιώνα.
Αναγνωρίζεται ότι η κοινωνική οικονομία είναι αναγκαίος όρος, για την ανακατεύθυνση και στόχευση των νέων τεχνολογιών προς την επινόηση νέων θέσεων εργασίας και εισοδημάτων.
 Αναγνωρίζεται παράλληλα ότι είναι ο χώρος θεσμικής και πολιτικής καινοτομίας και αυτοοργάνωσης της κοινωνίας.  Δηλαδή  ο χώρος ουσιαστικής αλληλεπίδρασης  για  την συμμετοχική δημοκρατία και μέθεξη με τη συλλογική δημιουργία της κοινωνίας πολιτών.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Αντίθετα στη χώρα μας  που κυριαρχείται από τον κρατισμό ελάχιστα αναγνωρίζεται και  προβάλλεται από το Ελληνικό πελατειακό πολιτικό -κομματικό σύστημα αυτή η ζωτική αλήθεια. Κατά συνέπεια ο τρίτος τομέας της οικονομίας όχι μόνο δεν ενισχύεται αλλά υφαρπάζονται οι πόροι του  Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου που προορίζονται  για αυτό σκοπό για να καλύψουν  λειτουργικές ανάγκες ενός υπερτροφικού κράτους.
Ένα παράδειγμα είναι τα προγράμματα stage που επανήλθαν το 2012 ως κοινωφελή εργασία στο δημόσιο και τους Δήμους ενώ όλοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για προσωρινά επιδοτούμενους για την γραφειοκρατία στο δημόσιο και τους Δήμους.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Την περίοδο 2010-11 επί Κυβέρνησης Παπανδρέου προγραμματίστηκε (από την Κατσέλη ως υπουργό) ένα ποσόν πάνω από 1 δις στο οποίο είχαν πρόσβαση οι φορείς κοιν. οικονομίας.
Συγκεκριμένα 500 περίπου εκατ. ευρώ για την κοινωφελή εργασία που είχε δοθεί τότε στις οργανώσεις που συνέπρατταν με ΟΤΑ και εφορείες αρχαιοτήτων. Άλλα  300 εκατ. ευρώ για  προγράμματα  τοπικών συμπράξεων. Για το Ταμείο Κοιν. Οικονομίας προγραμματίστηκαν  60 εκατ. ευρώ και  20 εκατ. ευρώ για τους μηχανισμούς στήριξης της Κοιν. Οικονομίας. Περίπου 200 εκατ. ευρώ για την δια βίου μάθηση στην οποία είχαν πρόσβαση φορείς μη κερδοσκοπικού τομέα.
Όταν το 2012 ανέλαβε η Κυβέρνηση Σαμαρά –Βενιζέλου άλλαξε πολιτική και επανέφερε τα με ψευδεπίγραφο τίτλο «Κοινωφελής εργασία» πάλι τα  stage στο δημόσιο και τους Δήμους. Στη τρέχουσα περίοδο της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ _ΑΝΕΛ τα διαθέσιμα αντίστοιχα ποσά για τη πολυδιαφημιζόμενη Κοινωνική Αλληλλεγγυα οικονομία είναι μόλις 58 εκ. και μαζί με τις περιφέρειες δεν ξεπερνούν τα 150 εκατ. για όλο το ΕΣΠΑ 2014-2020!! Εύλογο λοιπόν το ερώτημα: Πώς θα φτάσουμε άραγε στο 5% του ΑΕΠ στην  κοιν. οικονομία όταν διαθέτουμε μόλις το 0,2 των πόρων (ΕΣΠΑ συν το πακέτο Γιούνγκερ).
Το χειρότερο από όλα όμως είναι ότι  ο χώρος των κοινωνικών επιχειρήσεων και συνεταιρισμών συκοφαντείται συστηματικά από τις γραφειοκρατικές διευθυντικές Ελίτ που τον λεηλατούν τους πόρους  υπέρ συντεχνιακών τους συμφερόντων.
Έτσι  παρουσιάζεται ως «Κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία» μια εικονική (Ματριχ) κατάσταση για το φαίνεσθαι που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα με κύριο χαρακτηριστικό την χρηματοδότηση σε καμπάνιες για την κοινωνική οικονομία χωρίς περιεχόμενο που στην καλύτερη περίπτωση είναι τα συσσίτια στους δήμους και τα σχολεία. Για τις κοινωνικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια υπάρχουν μόνο υποσχέσεις που δεν υλοποιούνται ποτέ. Υπάρχει ένα ιδεολογικό νεφέλωμα σκόπιμα ή όχι που καλύπτει τον διακριτό τομέα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας με τον όρο της αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας έναντι της φτώχειας που είναι σεβαστή μεν δραστηριότητα αλλά εντελώς διαφορετικό πράγμα.
ΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Η κοινωνική οικονομία και η κοινωνική επιχειρηματικότητα είναι δυο έννοιες που πηγαίνουν μαζί. Δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Δεν υφίσταται κοινωνική οικονομία σε μια χώρα και δεν μπορεί να μετρηθεί  ως πάρεργο φιλανθρωπίας και  αλληλεγγύης του κράτους και της αγοράς. Άλλο πράγμα είναι το κοινωνικό κράτος και άλλο η ιδιωτική χορηγία για φιλανθρωπικούς σκοπούς που ας σημειώσουμε υπήρξε σε όλες τις εποχές.
Η κοινωνική οικονομία προϋποθέτει συλλογικό υποκείμενο  κοινωνικής επιχειρηματικότητας που μπορεί να είναι ένας συνεταιρισμός η μια μη κερδοσκοπική εταιρεία. Διακρίνεται από την αυθύπαρκτη παραγωγικότητα αγαθών και υπηρεσιών που εξασφαλίζει στα μέλη της. Προϋποθέτει αυτονομία και διαχωρισμό από το κράτος και την αγορά για να μπορεί να αναπτυχθεί με ξεχωριστούς κανόνες αυτοδιαχείρισης οι οποίοι  διαφέρουν ουσιαστικά από την ιδιωτική οικονομική του κέρδους και τα δημόσια οικονομικά αλλά και στα κίνητρα στο ζήτημα των επενδύσεων.
Στις κοινωνικές επιχειρήσεις επενδύουν οι ίδιες οι κοινωνικές ομάδες με οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο. Το κράτος και οι Δήμοι μπορεί να είναι εταίροι σε μια σύμπραξη με κοινωνικές επιχειρήσεις όχι όμως μοναδικοί εταίροι.
Αυτοί οι διαχωρισμοί είναι αναγκαίοι για τη χάραξη πολιτικής στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, διαφορετικά υπάρχει σύγχυση και ψευδεπίγραφες πολιτικές για την κοινωνική οικονομία που μπορεί άλλοτε να είναι αφελείς από άγνοια, αλλά και σκόπιμες που υποκρύπτουν άλλους στόχους.
Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας σήμερα γεννιέται ως επιταγή  από την στιγμή που το κράτος και η αγορά αδυνατούν να καλύψουν το σύνολο των αναγκών σε αγαθά και υπηρεσίες για το σύνολο του πληθυσμού και χρειάζονται συλλογικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και συνεργατισμός για να καλυφθούν πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Για αυτό είναι λάθος να ταυτίζουμε την κοινωνική οικονομία με την αλληλεγγύη και την φιλανθρωπία της ετερότητας που είναι βέβαια επιθυμητή, αλλά δεν συνιστά κοινωνική επιχειρηματικότητα που είναι αλληλεγγύη και συνεργατισμός της κοινότητας που παράγει και καταναλώνει αγαθά χωρίς το σκοπό του κέρδους.
Στο ερώτημα πως εμπλέκεται το κράτος σε αυτή την διαδικασία πρέπει να απαντήσουμε, πως το κράτος εμπλέκεται παντού αφού φορολογεί όλους τους πολίτες και τις κοινωνικές επιχειρήσεις αλλά και παρεμβαίνει στην αναπτυξιακή πολιτική. Δεν μας φορολογεί για να μας παρέχει μόνο ασφάλεια αλλά και παιδεία, υγεία και αναπτυξιακά κίνητρα.
Έχει υποχρέωση λοιπόν να στηρίξει την κοινωνική οικονομία. Η διαφορά μας είναι ότι το κράτος και οι Δήμοι δεν μπορεί να είναι θεσμικά κοινωνικοί επιχειρηματίες.
Υπάρχει όμως ένας πρόσθετος λόγος ιστορικής σημασίας για την στήριξη της κοινωνικής οικονομίας από τους πολιτικούς θεσμούς που υπαγορεύεται από τις μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές μετατοπίσεις αναγκών και μορφών εργασίας.
ΜΕΓΑΛΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΑΝΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Το πιο εντυπωσιακό κοινωνικό φαινόμενο τον τελευταίο αιώνα, είναι η μετατόπιση των αναγκών και των μορφών εργασίας παράλληλα με την υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Ένα άλλο καθοριστικό φαινόμενο είναι αυτό της μισθωτής εργασίας που κυριάρχησε στην συγκεντροποίηση της παραγωγής αλλά και της υπερδιόγκωσης του οικονομικού ρόλου του κράτους.
 Αν σκεφτούμε ότι περί το 1920 οι δημόσιες δαπάνες πέρα από τις πολεμικές δαπάνες βρισκόταν περίπου στο 10% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα στην Ελλάδα έχει ανέλθει περίπου στο 50%. θα δούμε πόσο έχουν στενέψει τα περιθώρια της κρατικής παρέμβασης.
Τα οικονομικά μεγέθη των μετατοπίσεων όμως δεν σταματούν εδώ. Πριν ένα αιώνα το 80% της οικονομίας βασιζόταν κυρίως στην γεωργία και στην μεταποίηση για την ικανοποίηση βασικών αναγκών διατροφής. Ένα μεγάλο μέρος της εργασίας ήταν αφιερωμένο στην παραγωκατανάλωση, δηλαδή οι άνθρωποι της εποχής παρήγαγαν κυρίως για να τραφούν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους.
Οι νέες τεχνολογίες και η βιομηχανοποίηση της παραγωγής άλλαξαν άρδην τους συσχετισμούς αυτούς και διαχώρισαν τον παραγωγό από τον καταναλωτή. Η οικονομία εμπορευματοποιήθηκε και απογειώθηκε η μισθωτή εργασία. Σήμερα η αγροτική παραγωγή και η μεταποίηση μαζί δεν υπερβαίνουν το 17% του ΑΕΠ στη χώρα μας. Ένα μεγάλο ποσοστό περίπου 36% αφορά το λιανικό εμπόριο και το υπόλοιπο καλύπτεται από υπηρεσίες στις οποίες εξέχουσα θέση έχει ο τουρισμός, οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις ψυχαγωγίας.

Όλες αυτές οι μετατοπίσεις σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τεχνολογίας είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της παραγωγικότητας σε βασικά αγαθά και την απελευθέρωση του χρόνου των εργαζομένων, γεγονός που προσμετρείται στις ευεργετικές επιδράσεις της βιομηχανοποίησης, ενώ αντίστροφα αρνητικά  όπως συμβαίνει, ο χρόνος αυτός  απορροφάται και διοχετεύεται στον καταναλωτισμό της εμπορευματοποιημένης μαζικής κουλτούρας.
Σύμφωνα, με μια πρόβλεψη του Κέυνς το 1930, η ανάπτυξη της τεχνολογίας θα μπορούσε να μειώσει το ωράριο εργασίας σε 15 ώρες/εβδομάδα το 2000!
 Αυτό ασφαλώς δεν συνέβη, όχι γιατί οι σύγχρονες τεχνολογίες δεν μπορούν να προσφέρουν επάρκεια τροφής και κάλυψης βασικών αναγκών στον κόσμο, αλλά γιατί το καταναλωτικό σύστημα εφευρίσκει νέες ανάγκες και προϊόντα που απορροφούν την ζωτική ενέργεια των κοινωνιών στο να καλύψουν βασικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αντίθετα, τροφοδοτούνται φαντασιακές ανάγκες κοινωνικού στάτους, με συνακόλουθες παρενέργειες εκτροχιασμού από την ικανοποίηση ζωτικών αναγκών στην ικανοποίηση πλαστών/τεχνητών αναγκών.
Αυτό είναι η συνέπεια μιας «αόρατης σφήνας» μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Μία παρενέργεια και της μισθωτής εργασίας ,που υπνωτισμένη προσωρινά σε ένα ασφαλές περιβάλλον, συμβάλλει στον διαχωρισμό  παραγωγού-καταναλωτή και επιτρέπει μια τεράστια αλυσίδα διαμεσολαβήσεων που ανεβάζουν τις τιμές των προϊόντων και φουσκώνουν τις κοινωνικές αξίες της ασημαντότητας ενός star system. Έτσι οι συνέπειες είναι ορατές:
·         Στην τροφή, της οποίας η τιμή σε πολλές περιπτώσεις πολλαπλασιάζεται από το χωράφι, στο ράφι και στο χώρο εστίασης.
·         Στην ψυχαγωγία, όπου η βιομηχανική κουλτούρα συγκεντροποίησε την παραγωγή και την κατανάλωση σε μια ολιγοπωλιακή αγορά (κανάλια και κέντρα διασκέδασης) που απορρόφησε με μύριους τρόπους σημαντικό τμήμα του εισοδήματος και του χρόνου των καταναλωτών.
·         Στην «οικονομία – καζίνο», όπου τα τελευταία χρόνια έχουμε γνωρίσει διάφορες εκδοχές, από το χρηματιστηριακό καζίνο του 2000, στα ποικίλα τυχερά παιχνίδια μέχρι την μεγάλη «φούσκα» του χρηματοπιστωτικού τομέα των τραπεζών.
Οι  τεχνολογικές αλλαγές από μόνες τους, παρά την θεαματική τους ανάπτυξη, ούτε τις ώρες εργασίας μείωσαν, ούτε τις βασικές ανάγκες για όλους ικανοποίησαν. Αντιθέτως, από την δεκαετία του 70 και πέρα οι ανισότητες σταδιακά αυξήθηκαν και  το 1/3 σήμερα της κοινωνίας βρίσκεται στην ανεργία, αποκλεισμένο και από την παραγωγή και από την κατανάλωση.
Στο επικοινωνιακό επίπεδο, βομβαρδιζόμαστε από διάφορους τεχνοκράτες και πολιτικούς ότι οι νέες τεχνολογίες και η  «έξυπνη» διαχείρισή τους θα λύσουν προβλήματα. Μας προβάλλουν «έξυπνα» προϊόντα τα οποία θα κάνουν την ζωή μας καλύτερη. Η πραγματικότητα όμως στο τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι πολίτες και τα κράτη διογκώνουν τα χρέη τους τα οποία σε βάθος χρόνου δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Εδώ είναι η αντίφαση και λαβύρινθος των αντινομιών στη χρήση των τεχνολογικών καινοτομιών.
Η χρήση της τεχνολογίας ως όπλο υπεροχής των μεγάλων εταιριών έναντι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και μικροπαραγωγών που οδηγεί στον οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Τώρα επιπλέον, παρατηρούμε μια  αναγκαστική διαρκή μείωση των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα ηλεκτρονοποίηση στο χώρο των τραπεζών και η αυτοεξυπηρέτηση των συναλλασσόμενων με το e-banking θα απελευθερώσει θέσεις εργασίας και από αυτό το τομέα.
Που θα βρεθούν όμως οι νέες θέσεις εργασίας για να αντικαταστήσουν αυτές που χάνονται;
Η απάντηση είναι ότι μια νέα περίοδος αυτοαπασχόλησης και παραγωκατανάλωσης έρχεται ως αναπόφευκτη λύση. Το «κίνημα χωρίς μεσάζοντες» αλλά και η τάση για νέους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και γέφυρες συνεργασίας μεταξύ δικτύων καταναλωτών και παραγωγών είναι η πρώτη ένδειξη.
Αυτή η τάση παρεμποδίζεται προφανώς από την γραφειοκρατία και τις οργανωμένες συντεχνίες που είναι βολεμένες από το βιομηχανοποιημένο και συγκεντρωτικό σύστημα οικονομίας. Η ανεργία όμως και η φτωχοποίηση  μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού πιέζουν και η μόνη απάντηση είναι η ενίσχυση της συνεργατικής- κοινωνικής οικονομίας.

ΤΟΜΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ένας προνομιακός χώρος για την κοινωνική οικονομία  χάρις στη εγγύτητα προς τον πολίτη και τις κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν σχετικές πρωτοβουλίες.
Παρά αυτό το γεγονός συμπιέζεται σήμερα από το κράτος περισσότερο από κάθε άλλο θεσμό περιορίζοντας τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους στο 40% εκείνων που ήσαν διαθέσιμοι πριν από την κρίση.
Αυτές οι συνθήκες μπορούν να διαφοροποιηθούν μόνο με την εφαρμογή των θεσμών της κοινωνικής οικονομίας.
Η  Τοπική ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ μπορεί να επενδύσει στην προοπτική  της  κοινωνικής οικονομίας με την ενεργοποίηση ανενεργών υλικών πόρων και του κοινωνικού κεφαλαίου .
Μπορεί να επεκτείνει τις κοινωνικές παροχές και υπηρεσίες της μέσω της κοινωνικής οικονομίας σε μια εποχή που στενεύουν οι παροχές από το κράτος.
Μπορεί μα μειώσει τον μεγάλο κύκλο τριβής και αγκυλώσεων στους πόρους που ξεκινά από τους αυξημένους φόρους των πολιτών από το κράτος για να καταλήξουν μετά από μια μεγάλη γραφειοκρατική διαδρομή στους πολίτες με τη μορφή κοινωνικών παροχών.
Η κοινωνικές επιχειρήσεις για παράδειγμα για τη φροντίδα σε  παιδιά και υπερήλικες  μειώνουν το κόστος και πολλαπλασιάζουν τις παροχές σε τοπικό επίπεδο και η Τ.Α έχει κάθε αντικειμενικό λόγο να τις προωθήσει όπως σε δεκάδες άλλες ανάλογε περιπτώσεις.
Μπορεί να ενισχύσει πρωτοβουλίες
Για την προώθηση στους  ενεργειακούς συνεταιρισμούς για τις ανανεώσιμες πηγές
·         Στον ενεργειακό τομέα, προωθώντας το μοντέλο των ενεργειακών συνεταιρισμών και το μοντέλο για τις πράσινες βιώσιμες πόλεις.
·         Στην αγροδιατροφή, με την προώθηση της κοινωνικά υποστηριζόμενης γεωργίας και τις ανταλλαγές χωρίς μεσάζοντες με θεσμικά εργαλεία.
·         Στην υγεία, με κοινωνικές κλινικές και κοινωνικά ιατρεία με το συνδυασμό δημοσιών υποδομών, ασφαλιστικών ταμείων καισυμμετοχή τοπικών κοινωνικών φορέων.
·         Στην παιδεία , με ένα μοντέλο που θα ακυρώσει στην πράξη την παραπαιδεία με την οργάνωση κοινωνικών φροντιστηρίων
·         που αξιοποιούν τις κοινωνικές υποδομές και τη συνεργατική οργάνωση.
Αναφορικά  με τους παραπάνω τομείς και σε συνδυασμό με την προώθηση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης που μας δίνει μια σειρά πλεονεκτήματα χρειαζόμαστε ένα ποιοτικό άλμα συνείδησης  για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα. Να αλλάξουν οι πολιτικές προτεραιότητες.
Το κυρίαρχο σύστημα για δυο γενιές και πλέον μας έχει καθοδηγήσει ότι η ευημερία μια κοινωνίας βρίσκεται στη ποσοτική αύξηση προϊόντων και υπηρεσιών (μεγέθυνση του ΑΕΠ) άσχετα αν πολλές φορές πρόκειται  για ανάγκες που τεχνηέντως κατασκευάζονται και δεν εξυπηρετούν τίποτε άλλο από τον άφρονα καταναλωτισμό και όχι τον ίδιο το πολίτη.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ ΤΟ ΠΡΏΤΟ ΒΉΜΑ

Η αρνητική τάση που υπάρχει να αξιοποιήσουμε την συμμετοχική οικονομία στη χώρα μας, που βασική της έκφραση είναι οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, έχει επιφέρει την αποτελμάτωση των θεσμών της κοινωνικής οικονομίας.
 Θα πρέπει να επισημάνουμε  ότι χωρίς κινητοποίηση και την συμμετοχή των καταναλωτών και της κοινωνίας, θα δυσκολευτούν πολύ και οι πρωτοβουλίες των παραγωγικών και κοινωνικών συνεταιρισμών.
Για την δημιουργία καταναλωτικών  συνεταιρισμών στα αστικά κέντρα χρειάζεται κινητοποίηση και οργανωτική τεχνογνωσία από τους περιφερειακούς μηχανισμούς στήριξης της κοινωνικής οικονομίας.
Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να ενισχυθεί το εισόδημα του καταναλωτή, όχι με αυξήσεις μισθών και συντάξεων που σε αυτή τη περίοδο είναι αδύνατο να υπάρξουν , αλλά με μείωση των τιμών για τον καταναλωτή.
Με αυτό τον τρόπο θα ενισχυθεί και η πραγματική οικονομία έναντι της υπερβολικής διαμεσολάβησης που υπάρχει σήμερα.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ δεν είναι συνδικαλιστική διεκδίκηση, δεν ζητάει αύξηση των μισθών αλλά μείωση του κόστους ζωής και βελτίωση της ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών.
Δεν είναι ο φτωχός συγγενής έναντι  του κράτους και της αγοράς,δεν ζητάει ελεημοσύνη, αλλά αντικειμενική διαχείριση των πόρων υπέρ των οικονομικά αδυνάτων για να αναπτύξουν την κοινωνική επιχειρηματικότητα
Σε άλλες χώρες υπήρχε η παράδοση των εργατικών συνδικάτων που δημιουργούσαν συνεταιρισμούς και αλληλέγγυα ασφαλιστικά ταμεία, μια παράδοση του εργατικού κινήματος που δημιούργησε κοινωνική δικαιοσύνη στην χώρα.
Στην Ελλάδα ανάλογες πρωτοβουλίες ήταν αναιμικές, ενώ δεν αναπτύχθηκε ένα ανάξιο καταναλωτικό κίνημα που θα συνέβαλε στην δημιουργία καταναλωτικών συνεταιρισμών.
Ζητάμε σήμερα από τα συνδικάτα και τις καταναλωτικές οργανώσεις να μπουν μπροστά στο κίνημα για τη δημιουργία καταναλωτικών συνεταιρισμών.
Οι υφιστάμενες δομές αλληλεγγύης που αντιμετωπίζουν εδώ και 4 χρόνια την ακραία φτώχεια, όπως και οι ανάλογες παλαιότερες δράσεις της εκκλησίας, είναι πράγματι πολύτιμες σε εποχές κρίσης και μπορούν να θεωρηθούν μια λύση έκτακτης ανάγκης.
 Αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την κοινωνική επιχειρηματικότητα, δεν αντιμετωπίζουν ριζικά το πρόβλημα της φτώχειας.
 Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το επιχειρήσουμε σήμερα. Οι συνθήκες είναι ώριμες.
Η ενότητα που έχει επιτευχθεί σε εκατοντάδες οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών μπορεί να αποτελέσει μια μαγιά ενεργοποίησης προς αυτή την κατεύθυνση.
Επιπλέον, οι διάφορες δομές αλληλεγγύης που λειτουργούν στην παροχή τροφής για ανέργους, διαθέτουν σημαντική επιρροή για την κινητοποίηση των πολιτών για την δημιουργία συν/μών με την λογική ότι «δεν μοιράζουμε ψάρια στους πεινασμένους, τους διδάσκουμε πως να ψαρεύουν».
Είναι ανάγκη να αναδείξουμε μια σειρά καλά παραδείγματα της χώρας και της ΕΕ και να ξεκινήσουμε μια ενημερωτική και εκπαιδευτική εκστρατεία για αυτό τον σκοπό.

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΟΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.
Η κοινωνική οικονομία όπως τονίσαμε διακρίνεται κατά βάση από το συλλογικό υποκείμενο της επιχειρηματικότητας, το οποίο εμπλέκεται και συμμετέχει κάθε φορά υπό την μορφή συλλογικότητας μέσα από μια κοινωνική ομάδα στη κοινωνική επιχείρηση.
Βασικό της χαρακτηριστικό ο περιορισμός της διαμεσολάβησης και στη μείωση του κόστους συναλλαγών με ευεργετικές επιπτώσεις στους μετέχοντες και  το σύνολο της κοινωνίας.
Στοχεύει, στο αμοιβαίο όφελος παραγωγού και καταναλωτή και με αυτή την έννοια ο καταναλωτής είναι και συμμέτοχος στην επιχείρηση με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς.
 Κι αυτό προϋποθέτει κοινωνικό υποκείμενο, κοινότητες και κοινωνικά δίκτυα που συγκροτούν κοινωνικό κεφάλαιο και επενδύουν  στη κοινωνική επιχειρηματικότητα..

Κατά αυτό τον τρόπο σε τοπικό επίπεδο μπορούν να οργανωθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα, υπηρεσίες υγείας, παιδείας, ασφαλιστικά ταμεία, τουρισμός και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.
¨Οχι ως παραδείγματα και πιλοτικές ενέργειες αλλά  σε τέτοιο βαθμό που να καλύπτουν τις τοπικές ανάγκες.

Έχουμε πολλά παραδείγματα, με κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά φροντιστήρια, και πολιτιστικούς φορείς για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτής πρακτικής.

 Βρισκόμαστε εντελώς στην αρχή και απέχουμε πολύ ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες που έχουν προκύψει από την διόγκωση της φτώχειας και της ανεργίας.
Χρειάζεται ΕΝΑ ΚΥΜΑ ήπιων μεταρρυθμίσεων στο πέρασμα από το συγκεντρωτικό υπερ-βιομηχανικό μοντέλο που διογκώνει σήμερα την φτώχεια και την ανεργία, στο νέο οριζόντιο και αποκεντρωμένο μοντέλο του συνεργατισμού.

Η ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΟ ΕΜΜΕΣΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
 Οι επενδύσεις λοιπόν με στόχο  την κινητοποίηση του  κοινωνικού κεφαλαίου είναι προαπαιτούμενο για την συμμετοχική οικονομία, τους μεγάλους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, τους μικρούς και ευέλικτους παραγωγικούς και τις τοπικές κοινωνικές συμπράξεις. Το όφελος της συμμετοχικής επένδυσης σε αυτό το επίπεδο για κάθε καταναλωτή και εργαζόμενο που μετέχει σε αυτή τη διαδικασία είναι η μείωση του κόστους των συναλλαγών άρα ένα έμμεσο κέρδος.
Μια διαδικασία που δεν είναι αυτονόητη, αλλά απαιτεί οργανωτική τεχνογνωσία, μια γέφυρα από ένα συγκεντρωτικό αναπτυξιακό μοντέλο που δίνει έμφαση μόνο στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, σε ένα άλλο μοντέλο που δίνει έμφαση στην ποιότητα και στους θεσμούς συνεργασίας της κοινωνίας και δημιουργεί οικονομίες κλίμακας με το συνεργατισμό.
Αυτή είναι και η προσέγγιση συνεργασίας με την τοπική αυτοδιοίκηση ώστε, να γίνουν  να επενδύσεις που θα καλύψουν  συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές τοπικές ανάγκες.

Ένα μοντέλο το οποίο εστιάζει, στο διατροφικό τομέα, στον τομέα κοινωνικής φροντίδας, στην διατήρηση της πολιτισμικής παράδοσης, στον τουρισμό λαμβάνοντας υπόψη ότι ο λαϊκός πολιτισμός της προβιομηχανικής περιόδου, η πολιτιστική κληρονομιά και τα πανηγύρια της περιοχής μπορούν να εμπνεύσουν και να εμπλουτίσουν την κοινωνική εμπειρία και ψυχαγωγία αξιοποιώντας παράλληλα  τα νέα  μέσα της ψηφιακής τεχνολογίας και του διαδικτύου.
Περιγράφοντας, τα  διαθέσιμα αγαθά της περιοχής τις παραγωγικές και πολιτιστικές λειτουργίες με την οπτική της βιοπολιτικής της οικοαναπτυξης και της συμμετοχικής οικονομίας αυτό που έχουμε κατά νου είναι,  η μεγιστοποίηση της κινητοποίησης κοινωνικού κεφαλαίου που απαιτεί βέβαια ανάλογη οργανωτική κουλτούρα και θεσμική καινοτομία.
Το Κοινωνικό Κεφάλαιο λοιπόν μπορεί να ορισθεί ως συσσώρευση συλλογικής γνώσης οργανωτικής κουλτούρας, αλληλεγγύης, κοινής εμπιστοσύνης και δημιουργικής θεσμικής λειτουργίας που  αναπτύσσει κοινωνικές δεξιότητες π.χ. τις ικανότητες για την λειτουργία αποτελεσματικών κοινωνικών επιχειρήσεων και κοινωνικών συμπράξεων.  Σε αυτές τις περιπτώσεις τα κοινωνικά δίκτυα και ο εθελοντισμός είναι οι βασικοί συντελεστές για την συγκρότησή του, ενώ προαπαιτούμενο είναι ο συνεργατισμός και η κοινωνική εμπιστοσύνη.
Σε ένα περιβάλλον που ένας δεν εμπιστεύεται τον άλλον, δεν ευδοκιμεί ο συνεργατισμός παρόλο που είναι ανάγκη για την βιωσιμότητα των κοινωνικών επιχειρήσεων. Ωστόσο το κοινωνικό κεφάλαιο είναι προαπαιτούμενο για τις επενδύσεις στις  κοινωνικές επιχειρήσεις, γιατί συμπληρώνει και υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό κεφάλαιο το οποίο  δεν διαθέτουν οι μικροεπαγγελματίες για να δημιουργήσουν οικονομία κλίμακας  στις συναλλαγές τους παρά μόνο μέσω του συνεργατισμού.

Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΜΑΘΗΣΗ
Η σχέση μεταξύ κοινωνικού κεφαλαίου και δια βίου μάθησης απέκτησε τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη σημασία μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα από τη χάραξη πολιτικών για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, η Ευρωπαϊκή πολιτική στοχεύει στο να εξισορροπήσει τις αυξημένες ανάγκες που παρουσιάζονται στα πλαίσια αντιμετώπισης της ανεργίας και  στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελεί όχι μόνο σημαντικό παράγοντα της εκπαίδευσης αλλά και ένα από τα πολύτιμα προϊόντα της.
Ωστόσο τα προγράμματα κατάρτισης που υλοποιήθηκαν  στη χώρα μας δεν απέδωσαν τα  αναμενόμενα καθώς, δεν απευθύνονταν μέχρι τώρα στη διαμόρφωση κοινωνικού κεφαλαίου αλλά σε ατομικές δεξιότητες που παράγουν ήδη τα σχολεία και Πανεπιστήμια. Είναι φανερό ότι η δια βίου μάθηση μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας όπως στα σχολεία δεν έχει προστιθέμενη αξία ως δια βίου μάθηση και πρακτική άσκηση μέσα στη κοινωνία τις παραγωγικές και πολιτιστικές διαδικασίες.

ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ
Ο νέος νόμος για την κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία 4430/31-10-2016 θεσμοθετεί με σαφήνεια τη θεσμική συνεργασία των Δήμων και των οργανώσεων της κοινωνικής οικονομίας στο άρθρο 7 με τη δυνατότητα προγραμματικών συμφωνιών, ενώ προβλέπονται «ενώσεις» σε δευτεροβάθμιο επίπεδο στο άρθρο 9. Έτσι μπορούν να οργανωθούν με τη στήριξη των δήμων και περιφερειών «οι τοπικές κοινωνικές συμπράξεις¨».
Σε αυτό το πλαίσιο προτείνεται ,  μια γέφυρα συνεργασίας του ενιαίου χώρου της κοινωνικής οικονομίας, με την Τ.Α  για την δημιουργική αλληλεπίδραση των δύο χώρων και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Οι «τοπικές κοινωνικές Συμπράξεις» συγκροτούν ενώσεις, από τοπικές συλλογικότητες, κοινωνικά δίκτυα, συνεταιρισμούς  και δομές της Τ.Α. κι αυτό μπορεί να γίνει σε κάθε Δήμο.  Κάθε Σύμπραξη μπορεί να συσταθεί σύμφωνα με το νέο νόμο διαμορφώνοντας  ένα πλαίσιο συνεργασίας με ένα τοπικό Σύμφωνο, που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε υπό προϋποθέσεις   ένα τοπικό «κοινωνικό συμβόλαιο».
Οι Συμπράξεις αυτές μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν προγράμματα ενίσχυσης των κοινωνικών δομών στους δήμους με νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας. (π.χ. βοήθεια στο σπίτι, παιδικοί σταθμοί, κοινωνικά ιατρεία κ.α.)
Δομές οι οποίες μπορούν να κατευθύνουν και να συμβουλεύσουν στη συγκέντρωση κοινωνικού  και διανοητικού κεφαλαίου, αλλά και χρηματικού επενδυτικού κεφαλαίου με τη συμμετοχή της κοινότητας.
Παράλληλα,  είναι αναγκαίος ένας μηχανισμός δικτύωσης και οργάνωσης που οφείλει να εξυπηρετεί το σύνθετο έργο της κινητοποίησης των ανθρώπινων πόρων και  δικτύωσης των κοινωνικών επιχειρήσεων από όλες τις πλευρές – πολίτες, καταναλωτές, επαγγελματίες, παραγωγούς, κοινωνικούς φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την θεώρηση η κοινωνική οικονομία στην Ελλάδα χρειάζεται ολοκληρωμένους θεσμούς και δίκαιους κανόνες παιγνιδιού που δεν μπορούν να προκύψουν διαφορετικά  εάν δεν οργανωθεί ο χώρος σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο με ενώσεις.
Γιατί η κοινωνική οικονομία δεν είναι μια ετερότητα του κράτους και της αγοράς αλλά ένας αυτόνομος χώρος της κοινωνίας που χρειάζεται να αναγνωρίσει το πολιτικό σύστημα.

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ από τη Δεύτερη στην Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση είναι μάλλον διανοητική παρά τεχνικής υφής.  J.Rifκιν   Εμείς θα προσθέταμε ότι η μεγαλύτερη δυσκολία δεν στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό  αλλά στον θεσμικό εκσυγχρονισμό και οργάνωση της κοινωνίας. Πολύ άμεσα θέλουμε να αποκτήσουμε της τελευταίας τεχνολογίας «κινητό» αλλά πολύ δύσκολα αλλάζομε τους θεσμούς στην οργάνωση της εργασίας του σχολείου και της πολιτικής. Κι αυτό έχει ως συνέπεια την παρακμιακή λειτουργία που επικρατεί στις μέρες μας. Για αυτό και η επείγουσα ανάγκη επιμόρφωσης σε νέους θεσμούς και στην οργάνωση της κοινωνικής οικονομίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου